Κεφάλαιο 48
Τραβήχτηκα απότομα
- άσε με! Δε θέλω να ξέρω πως νιώθεις με άλλες. Δε θέλω να ξέρω πως νιώθεις γενικά! Δε με νοιάζει! Μείνε μακρυά μου, μπορείς;
- Δανάη άκουσέ με…
- όχι Αλεξ, εσύ άκουσέ με! Αρκετά δεν έπαιξες μαζί μας; Αρκετά κράτησε αυτή η πλάκα δε νομίζεις;
- δεν είναι έτσι όπως νομίζεις!
- παράτα με! Δε θέλω να ξέρω. Χέστηκα πως είναι! Πήγα να σε εμπιστευτώ! Δε το πιστεύω ότι έπεσα εγώ τόσο χαμηλά… μια ζωή ήξερα πολύ καλά με ποιος είμαι.
- σε αγάπησα αλήθεια.
- για αυτό είμαι απόλυτα σίγουρη
Πήγα να του κλείσω τη πόρτα αλλά έβαλε το πόδι του και την έσπρωξε για να την ανοίξει.
- άκουσε με γαμώ! Είμαι ένα τίποτα χωρίς εσένα! Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα! Βρίσε με, αλλά άσε με τουλάχιστον να είμαι μαζί σου. Δε φαντάζεσαι τι πέρασα όσο έλειπες.
- δε με ενδιαφέρει
- σε ενδιαφέρει. Αλλιώς θα είχες ήδη φύγει όπως έκανες κάποτε.
- σταμάτα. Δεν είναι έτσι.
- έτσι είναι! Θα είχες φύγει και θα είχες πάει στο Γιάννη, στην Ιωάννα ή και εγώ δε ξέρω που άλλου. Δεν ήθελα να σε πληγώσω.
- ναι το βλέπω.
- αλήθεια σου λέω! Εντάξει παρασύρθηκα, με προκάλεσε. Αλλά στο ορκίζομαι δεν έγινε τίποτα παραπάνω ύστερα από εκείνο το βράδυ.
- σταμάτα να ορκίζεσαι δε κάνει. Ειδικά όταν δε λες την αλήθεια.
- αλήθεια λέω. Που θες να σου ορκιστώ; Στη ζωή μου; Ωραία λοιπόν. Στο ορκίζομαι στη ζωή μου ότι δεν έγινε τίποτα παραπάνω από εκείνο το βράδυ. Αν σου λέω ψέματα, να πέσω με τη μηχανή και να σκοτωθώ
- δε με νοιάζει! Φύγε!
Είπα ενώ πλέον είχα αρχίσει να νοιώθω μια ενόχληση στο στήθος μου, γιατί ήμουν έτοιμη να ξεσπάσω σε κλάματα. Δεν είπε κάτι. Έκανε ένα βήμα πίσω και με άφησε να του κλείσω τη πόρτα. Έτσι κι έκανα. Κάθισα για λίγο κοιτώντας τη πόρτα και σκεπτόμενη τι μόλις μου είπε έβαλα τα κλάματα.
Alex’s pov
Ήμουν τόσο πολύ απελπισμένος από τότε που την είδα με τον άλλο που κατέληξα σε σημείο να τη παρακαλέσω. Αλλά φυσικά. Εννοείται ότι δε θα με πίστευε. Την άφησα να μου κλείσει τη πόρτα και το έκανε. Κάθισα στο κατώφλι στηρίζοντας τη πλάτη μου στη πόρτα και έβαλα τα χέρια μου στο κεφάλι μου. Δε ξέρω πόση ώρα καθόμουν εκεί. Σηκώθηκα και πήγα πάλι του Ray.
- τι έγινε ρε μαλάκα;
Είπε μόλις μπήκα στο δωμάτιό του βλέποντας τα μούτρα μου.
- τίποτα…
- πως τίποτα; Έχεις δει τα μούτρα σου;
- ναι. Γι αυτό σου λέω τίποτα
- γυναικεία ψυχολογία
Αστειεύτηκε άλλα το χείλος μου δεν έσκασε ούτε λίγο.
- πήγα στο σπίτι της Δανάης.
- γύρισε;
- ναι
- και;
- τίποτα! Μου έκλεισε τη πόρτα στα μούτρα αφού τσακωθήκαμε για άλλη μια φορά.
Danae’s pov
Όταν πλέον βράδιασε έπεσα για ύπνο από νωρίς γιατί, εκτός του ότι ήμουν πτώμα ήθελα να σκεφτώ κάτι άλλο εκτός από τον Αλεξ. Βέβαια όχι ότι ύπνος τελικά αποδείχτηκε αποτελεστματικός…
Είμαι στη μέση του δρόμου όταν τον βλέπω να περνάει με φόρα από μπροστά μου με τη μηχανή. Τον είδα δύο ή τρις φορές το ίδιο πράγμα, όταν στη τρίτη κάτι είχε ο δρόμος και η μηχανή γλίστρησε. Ο Άλεξ ήταν χωρίς κράνος και τον είδα να πέφτει με τα μούτρα κάτω. Βρέθηκε στην άκρη του δρόμου, σε ένα ας το πούμε χαντάκι. Έμεινε ακίνητος. Η μηχανή ήταν κομμάτια… αλλού η εξάτμιση, αλλού τα φτερά αλλού το τιμόνι… Πλησίασα τον Αλεξ, ο οποίος ήταν μέσα στα αίματα. Τον γύρισα προς το μέρος μου. Όλο του το πρόσωπο ήταν κόκκινο από τα αίματα και σκισμένος παντού. Δεν άντεχα να τον βλέπω έτσι. Η αιμορραγία ήταν πολύ έντονη. Ακούστηκαν σειρήνες ασθενοφόρου. Πετάχτηκαν έξω κάμποσοι γιατροί οι οποίοι άρχισαν να του παίρνουν του σφιγμούς.
- οι παλμοί του πέφτουν!
Είπε κάποιος και ένα λεπτό μετά ήρθε ένας δυσαρεστημένος γιατρός και ανακοίνωσε στη μαμά του, την οποία και δεν είχα προσέξει τόσες ώρες, ότι είναι νεκρός. Η μάνα του πλάνταξε στο κλάμα, το ίδιο κι εγώ. Όχι. Όχι δεν είναι δυνατόν να πέθανε έτσι. Άνοιξα το κινητό μου και είδα ένα μήνυμα που μου είχε στείλει κάμποση ώρα πριν. “Αν σου λέω ψέματα, να πέσω από τη μηχανή και να σκοτωθώ”.
Πετάχτηκα όρθια από το κρεβάτι μου και πήρα βαθιές ανάσες ενώ τα δάκρυά μου έτρεχαν ποτάμι. Αφού ηρέμησα λίγο πήρα το κινητό στα χέρια μου και πληκτρολόγησα τον αριθμό του.
- παρακαλώ
Ακούστηκε η νυσταγμένη του φωνή από την άλλη γραμμή και κοίταξα το ρολόι. Ήταν δύο και… τον ξύπνησα γαμώτο...
- μπορείς να έρθεις από ‘δω;
- Δανάη; Ναι φυσικά και μπορώ. Περίμενε όμως έτσι;
- ναι
Είπα και κλείσαμε. Κάθισα κάτι δευτερόλεπτα έτσι ενώ ακόμα δεν είχα ηρεμίσει, όταν μου ήρθε στο μυαλό… “και αν πάθει τίποτα καθώς έρχεται;” Ξανά πήρα το κινητό στα χέρια μου και τον ξανά κάλεσα.
- κράνος να βάλεις!
Είπα μόλις σήκωσε το τηλέφωνο και μετά από ένα γελάκι, αφού με επιβεβαίωσε ότι θα βάλει κλείσαμε. Κάμποση ώρα αργότερα μου ήρθε μήνυμα από εκείνο. “στη πόρτα σου”. Κατέβηκα να ανοίξω γρήγορα και μόλις τον είδα έπεσα στην αγκαλιά του και άφησα πάλι τα δάκρυά μου να τρέξουν. Αυτή η μυρωδιά… αυτή μυρωδιά που παραλίγο να χάσω για πάντα με τις βλακείες μου. Με αγκάλιασε κι εκείνος μετά από λίγο και δύο δευτερόλεπτα μετά τον άφησα.
- τι έγινε;
- πες μου ότι θα προσέχεις σε παρακαλώ
- να προσέχω αλλά γιατί;
- να μη πέσεις και χτυπήσεις;
Είχε σηκώσει τα φρύδια του και ήταν λες και προσπαθούσε να συνεννοηθεί με πεντάχρονο, ενώ εγώ του μιλούσα με τρεμάμενη φωνή.
- να μη χτυπήσω; Γιατί να χτυπήσω;
- με τη μηχανή
Είπα μέσα από τους λυγμούς μου πλέον και τότε κατάλαβε. Με πήρε μια αγκαλιά και σήκωσε το βλέμμα μου ώστε να τον βλέπω.
- δε πρόκειται να χτυπήσω. Μείνε ήσυχη εντάξει;
Απάντησα καταφατικά.
- άντε. Πήγαινε τώρα να κοιμηθείς, θα είσαι κουρασμένη αύριο.
Είπε και πήγε να φύγει
- Αλεξ…
Γύρισε πάλι προς το μέρος μου
- μην ανέβεις πάλι εκεί πάνω…
- γιατί;
- φοβάμαι
- και πως θα πάω σπίτι αγάπη μου;
- δε θέλω να ανέβεις πάλι εκεί. Μείνε μαζί μου απόψε σε παρακαλώ
Είπα με δάκρυα στα μάτια. Δε το πιστεύω ότι το κάνω αυτό. Χαμογέλασε και μπήκε στο σπίτι μαζί μου. Στάθηκε απέναντί μου και με κοίταξε. Ανασήκωσε τους ώμους.
- θα έρθεις να κοιμηθείς μαζί μου;
Χαμογέλασε για άλλη μια φορά και με ακολούθησε πάνω.
- μαζί σου-μαζί σου;
Απάντησα καταφατικά και κατέβασα το κεφάλι. Μου έδειξε το κρεβάτι με το κεφάλι του και ξάπλωσα από τη μέσα πλευρά. Έβγαλε τη μπλούζα και το παντελόνι του και ξάπλωσε κι εκείνος δίπλα μου.
- πως και κοιμάσαι από τη μέσα μεριά; Δε θες να μου τη σπάσεις σήμερα;
Γέλασα
- πάντα θα θέλω να σου τη σπάω
- είμαι σίγουρος γι αυτό
Με αγκάλιασε και μας πήρε έτσι ο ύπνος. Επιτέλους κοιμήθηκα ήρεμα…
Alex’s pov
Άρχισε να χτυπάει το κινητό μου. Κοίταξα το ρολόι. Δύο ή ώρα. Μα σοβαρά ποιος με παίρνει τέτοια ώρα, αν είναι δυνατόν! Το σήκωσα με χίλια ζόρια χωρίς να δω ποιος είναι τη στιγμή που Ray με αγριοκοίταξε.
Όταν έκλεισα το τηλέφωνο σηκώθηκα ελατήριο. Για να με παίρνει η Δανάη τέτοια ώρα κάτι συνέβει σίγουρα. Ο Ray με κοιτούσε με αγανάκτηση.
- που πας μωρέ μαλάκα νύχτα η ώρα;
- στη Δανάη. Κάτι έγινε. Δεν ακουγόταν καλά από το τηλέφωνο.
Είπα τη στιγμή που άρχισε να ξανά χτυπάει. Το σήκωσα και πριν προλάβω να μιλήσω, μίλησε εκείνη.
- κράνος να βάλεις.
Μου είπε και γέλασα.
- εντάξει. Μην αγχώνεσαι
Της είπα και κλείσαμε. Ετοιμάστηκα όσο πιο γρήγορα μπορούσα και έφυγα επίσης γρήγορα, για να πάω να δω τι έπαθε. Μόλις έφτασα στο σπίτι της της έστειλα μήνυμα και κατέβηκε σχεδόν αμέσως. Μου άνοιξε και τα μάτια της ήταν υγρά. Με αγκάλιασε και ένοιωθα τα δάκρυα της στη μπλούζα μου. Την αγκάλιασα κι εγώ και μετά πιάσαμε μια παράλογη συζήτηση, που με ανάγκασε, όχι βέβαια ότι δεν ήθελα, να κοιμηθώ μαζί της.
Ξαπλώσαμε και τη πήρα αγκαλιά. Το ίδιο έκανε κι εκείνη. Αχ πόσο πολύ καιρό είχα να νιώσω αυτή την αγκαλιά, αυτή τη μυρωδιά… Έτσι μας πήρε ο ύπνος, αγκαλιά μέχρι το πρωί.
************************************
Ήταν που δε θα κατάφερνε να τη ρίξει τελικα. Καλα εντάξει πλάκα κάνω. Είπα να μη το τραβήξω τόσο πολύ πια οπότε ορίστε. Ελπίζω να μην έχετε παράπονο😂
