34 страница7 декабря 2017, 20:16

Κεφάλαιο 34

- τι στο διάολο κάνεις εδώ τέτοια ώρα;

Του είπε ο Αλεξ ενώ προσπαθούσε να μη ξεσπάσει το θυμό του.

- εγώ η εσύ; Το χωράφι δεν είναι ξενυχτάδικο. Να πας αλλού να κάνεις τα δικά σου.

- δεν έχεις καμία δουλειά να μου λες τι να κάνω. Το κατάλαβες; Δε θα μου κάνεις εσύ κουμάντο.

- μπαίνεις και σε ξένα χωράφια τώρα;

- ναι. Για αν δω το σκύλο ΜΟΥ!

- ναι ε; Και τότε αυτή τι τη κάνεις, ε; Έμαθες να φέρνεις και γκόμενες τώρα στο σκύλο; Τα μάθαμε τα χαήρια σου στο χωριό. Ξενύχτια κάθε μέρα.

- ότι γουστάρω θα κάνω με τη ζωή μου δε θα σε ρωτήσω. Και αυτή έχει όνομα. Και δεν είναι γκόμενα!

- ναι το βλέπω. Και αυτή απόψε τη γνώρισες;

- Μιχάλη για μαζέψου λίγο. Άντε μπράβο. Αρκετά δεν είπες; Άντε σπιτάκι σου τώρα. Τέτοια ώρα τα καπί κοιμούνται.

- να μαζευτώ ε; Γιατί; Επειδή λέω την αλήθεια; Και για πρόσεξε νεαρέ μου πως μου μιλάς εμένα.

- Η Δανάη τα ξέρει όλα για εμένα. Οπότε ότι και να πεις γραμμένο σε έχω. Και τώρα παράτα με ήσυχο και κοίτα τη δουλειά σου.

- όχι Αλέξανδρε. Δε θα σου περάσει. Παραβιάζεις ξένη περιουσία και νομίζεις θα σε αφήσω έτσι; Και η πρώτη που θα φύγει από εδώ θα είναι η κοπελιά που κουβάλησες μαζί.

- έτσι και τολμήσεις και πειράξεις μία τρίχα της είσαι νεκρός.

- τότε φύγε.

- δεν έχω να πάω πουθενά. Εγώ ήρθα εδώ για το σκύλο μου και αυτό θα το κάνω για όσο θέλω. Και στο κάτω κάτω εσύ τι είσαι; Δικηγόρος του να μου λες να φύγω;

- δεν έχεις κανένα δικαίωμα να μπαίνεις εδώ μέσα και τώρα αμέσως να καλέσω την αστυνομία.

- Ω για να σε δω να τη καλείς. Είμαι πάρα πολύ περίεργος να δω τι θα τους πεις. Από ‘δω ο ανιψιός μου; Φύγε.

- εμείς οι δύο να ξέρεις δεν έχουμε τελειώσει. Έχουμε πολλά να πούμε.

- να είσαι σίγουρος.

Ήταν το τελευταίο πράγμα που είπαν πριν ο γέρος φύγει. Τον κοίταξα ενώ ο Οσκαρ πήγε στα πόδια του.

- συγγνώμη για αυτό. Ήταν ο θείος μου. Ο αδερφός του παππού μου. Είναι λιγάκι κάπως. Και ειδικότερα τώρα που είμαι τσακωμένος και με το παππού. Σόρι αν σου χάλασε τη βόλτα.

- ήταν τέλεια. Αλήθεια. Και μη ζητάς συγγνώμη. Εγώ έπρεπε να σου ζητήσω κανονικά που σε έφερα μέχρι εδώ με τις ηλίθιες συζητήσεις που ανοίγω.

- πλάκα κάνεις; Βρήκα και ευκαιρία να  δω και το αγόρι μου και μου ζητάς και συγγνώμη;

Είπε και πήρε μια αγκαλιά τον Οσκαρ και μετά πήρε εμένα και με φίλησε. Δε κάτσαμε πολύ ακόμα εκεί μιας και είχε φτάσει αργά το βράδυ πλέον. Γυρίσαμε σπίτι του και ξαπλώσαμε κατευθείαν.

- Σε αγαπάω

Ήταν το τελευταίο πράγμα που άκουσα πριν με πάρει ο ύπνος και ένοιωσα τον Αλεξ να με αγκαλιάζει από τη μέση.

Το άλλο πρωί αργήσαμε και οι δύο να ξυπνήσουμε με αποτέλεσμα να χάσουμε τις δύο πρώτες ώρες. Ξύπνησα εγώ πρώτη και τον είδαα που κοιμόνταν τόσο ήρεμος και όμορφος… ήταν γυρισμένος πλάτη και μπορούσα να παρατηρήσω πόσο γυμνασμένη πλάτη είχε. Δε ξέρω πόση ώρα τον χάζευα έτσι αλλά απ’ ότι φαίνεται δεν ήταν κοιμισμένος όπως νόμιζα.

- θα με κοιτάς πολύ ώρα ακόμα; Θα με ματιάξεις πια.

Είπε καθώς γύριζε πλευρό προς τα εμένα ενώ ακόμα είχε κλειστά τα μάτια του.

- πόση ώρα είσαι ξύπνιος;

- όχι πολύ.

Είπε και με τράβηξε κοντά του να με φιλήσει.

- θέλεις να κάτσουμε σπίτι μου σήμερα;

- ιιι! Σήκω! Τι σπίτι σου να κάτσουμε; Έχουμε σχολείο!

- είναι έντεκα η ώρα. Σε λίγο θα σχολάσουμε. Τι να πάμε να κάνουμε;

- αχ έλα ρε Αλεξ… πήραμε απουσίες τζάμπα…

- δεν είναι τζάμπα ίσα ίσα. Θα κάτσουμε όλο το πρωί στο κρεβάτι, οι δύο μας…

- ναι. Μόνο που πρέπει να επιστρέψω κι εγώ σπίτι μου κάποια στιγμή έτσι;

- μμμ καλά θα σε πάω εγώ μετά. Έλα ξάπλωσε τώρα.

Μου είπε κάνοντάς μου νόημα να ξαπλώσω δίπλα του και υπάκουσα. Ξάπλωσα και με πήρε αγκαλιά. Καθίσαμε έτσι μέχρι τις δώδεκα και μετά σηκωθήκαμε και ετοιμαστήκαμε να πάμε σπίτι μου.

Βγήκαμε από το δωμάτιο. Για την ακρίβεια πρώτα εκείνος και μου είπε να περιμένω για λίγο εκεί. Στη κουζίνα ήταν η μάνα του και άρχισαν να συζητάνε για λίγο. Μπορούσα να ακούσω τη συζήτηση.

- Αλέξανδρε; Τι κάνεις εδώ τέτοια ώρα; Δε πήγες σχολείο;

- εε όχι άργησα βασικά να σηκωθώ ήμουν κουρασμένος.

- γιατί βρε αγόρι μου καλό; Δε σου είπα να προσέχεις τις απουσίες; Δε θέλω να μείνεις από απουσίες πάλι.

- δε θα μείνω ρε μάνα.

- έλα θα κάτσεις να σου φτιάξω πρωινό να φας;

- όχι όχι! Σε λίγο πρέπει να φύγω. Βασικά και τώρα πρέπει να φύγω.

Ήρθε πάλι στο δωμάτιο και μου έκλεισε το μάτι.

- έλα πάμε.

- τι από τη κουζίνα;

- ε από που;

- μα θα με δει η μάνα σου.

Γέλασε

- και τι μ’ αυτό;

- ε ξέρω ‘γω;

- έλα. Σιγά. Δε θα γίνει και τίποτα. Ντρέπεσαι;

Είπε πιο πολύ σαν συνειδητοποίηση και χαμογέλασε γλυκά, ενώ εγώ κοκκίνισα λίγο.

- ε είναι λίγο κάπως να βγαίνω με το γιο της από το σπίτι της.

- έλα μαζί μου.

Είπε και μου έκανε νόημα δίνοντάς μου το χέρι του. Έπιασα το χέρι του και βγήκαμε μαζί από το δωμάτιο.

- μαμά!

- έλα αγόρι μου πες μου..

Πήγαμε στη κουζίνα και με κοίταξε

- αυτή είναι η Δανάη. Είναι η αδερφή του Νίκου που σου έλεγα.

- α ναι. Θυμάμαι. Τι κάνεις κορίτσι μου;

- καλά

- ναι. Είναι η κοπέλα μου.

Γούρλωσα τα μάτια μου λίγο και έσφιξα το χέρι του Αλεξ κι εκείνος χαμογέλασε αχνά.

- η κοπέλα σου; Δική σου κοπέλα; Αγόρι μου έκανες σχέση; Δε ξέρω τι να πω! Μπράβο!

- εντάξει ρε μάνα πως κάνεις έτσι; Σχέση έκανα. Δε παντρεύομαι κιόλας.

Είπε και χαμογέλασε.

- λοιπόν εμείς πάμε. Α! Και που ‘σαι; Μη τυχόν και αναφέρεις τίποτα μπροστά στο Νίκο. Δε ξέρει τίποτα  και ούτε θα ήταν καλό να μάθει.

- εντάξει παιδί μου. Άντε. Να προσέχετε. Και μη τρέχεις πολύ!

Ήταν το τελευταίο πράγμα που ακούσαμε πριν κλείσει τη πόρτα. Μόλις έκλεισε με έριξε στην αγκαλιά του και με φίλησε για άλλη μια φορά λες και περίμενε να το κάνει ώρα.

- στο είπα ότι δε θα γίνει τίποτα.

- μήπως δεν έπρεπε να το μάθει η μαμά σου; Δηλαδή θέλω να πω… μήπως είναι λίγο νωρίς;

- Δανάη; Θέλω να μάθει όλος ο κόσμος ότι είσαι δικιά μου το κατάλαβες; Και ακόμα καλύτερα που το έμαθε η μάνα μου γιατί ξέρουμε ότι σε συμπαθεί κιόλας οπότε δεν έχουμε να φοβόμαστε τίποτα.

- γιατί πριν δηλαδή τι είχαμε να φοβηθούμε;

- ε το να μη σε συμπαθεί η πεθερά σου είναι λίγο κάπως δε νομίζεις;

- ααααχου… Αλεξ γιααα επέτρεψε λίγο στο παρόν σε παρακαλώ. Ακόμα δε κλείσαμε μήνα και μας πάντρεψες κιόλας.

- γιατί άσχημα θα ήτανε; Να είμαστε στο ίδιο σπίτι, στο ίδιο κρεβάτι, να περνάμε όλη τη μέρα μαζί, να κάνουμε παιδιά…

- φτάνει! Ως εδώ. Καλά ήταν. Άσε τις φαντασιώσεις τώρα και πάμε να φύγουμε, θα γυρίσει ο Νίκος σπίτι και δε θα έχω επιστρέψει ακόμα.

Χαμογέλασε και πήγαμε προς τη μηχανή

- γιατί; Δε θες να κάνουμε παιδιά;

- Αλεξ; Δε νομίζεις ότι είμαι λίγο μικρή για να έχω ένα τέτοιο προβληματισμό από τώρα;

- καλά εντάξει. Κουβέντα να γίνεται.

- όχι. Να μη γίνεται τέτοια κουβέντα. Ότι άλλο θες ευχαρίστως. Αλλά όχι ακόμα αυτό.

Μου έβαλε το κράνος του.

- ότι άλλο θέλω; Ωραία! Δε μου λες κάτι τώρα. Το κόκκινο χρώμα θα σου πηγαίνει τέλεια στα εσώρουχα. Να βάλεις ένα τέτοιο μία φορά. Με ανάβει να ξέρεις

- ΑΛΕΞ!

Είπα και τον βάρεσα ενώ είχε ξεκαρδιστεί στα γέλια. Ξεκινήσαμε και ευτυχώς ο Νίκος δεν είχε γυρίσει ακόμα όταν φτάσαμε, οπότε μπήκαμε πιο άνετα. Ο Αλεξ δε κάθισε πολύ. Μετά από λίγο έφυγε και πήγε στους τοίχους. Είχε βάψιμο σήμερα. Και όχι με σπρέι αλλά με άσπρη μπογιά για να μπορεί να ζωγραφίσει κάτι άλλο σε δύο μέρες.

Όταν γύρισε ο Νίκος σπίτι, αφού μου έκανε ανάκριση για το που ήμουν και τα λοιπά, αποφασίσαμε να περάσουμε λίγο χρόνο μαζί μέχρι τις πέντε που θα έβγαινα με το Στέλιο. Η ώρα πέρασε γρήγορα μιας και γελούσαμε αρκετά. Έφτασε πέντε και έπρεπε να φύγω για το πάρκο. Μέχρι να πάω εγώ ο Στέλιος ήταν ήδη εκεί και περίμενε. Μόλις με είδε έτρεξε κατά πάνω μου.

- άντε που είσαι τόσες ώρες;

- τι τόσες ώρες παιδί μου; Πέντε δεν είπαμε;

- α πέντε ήταν; Νόμιζα τεσσερισήμιση. Τέλος πάντων! Λέγε! Με έχεις σκάσει!

- λοιπόν απ’ ότι φαίνεται κάποια έχει αισθήματα για εσένα.

- έλα τελείωνε! Σοβαρά μιλάω.

- και εγώ σοβαρά μιλάω.

Γούρλωσε τα μάτια του.

- μίλα της άφοβα.

- αλήθεια λες τώρα;

- ναι. Εκείνη φοβόταν να σου μιλήσει γιατί λέει είστε κολλητοί και δε γίνεται. Άσε που νόμιζε ότι με γουστάρεις και μου ζητάς να βγούμε γι αυτό.

- πλάκα κάνεις.

- όχι. Αλλά που ‘σαι; Πρόσεχε πως θα της το πεις. Μη της το φέρεις απότομα. Είστε και φίλοι με το αγόρι της, μη γίνει καμία παρεξήγηση.

- εντάξει. Ευχαριστώ ρε! Δε ξέρεις τι χάρη μου έκανες.

- τίποτα καλέ! Και να σου πω. Ότι θέλεις πάρε με έτσι;

- ναι! (έκανε μια παύση) δηλαδή όντως να πάω να τη μιλήσω;

- ναι αλλά με το μαλακό.

- εντάξει. Σε ευχαριστώ και πάλι.

Είπε και μετά από λίγο αποφασίσαμε να πάμε για καφέ. Δε κάτσαμε πολύ. Μέχρι τις εφτά είχα γυρίσει σπίτι. Εκεί ήταν ο Αλεξ όπου κάτι έπαιζαν με το Νίκο αλλά δεν έδωσα σημασία. Ανέβηκα στο δωμάτιό μου και κάθισα στο PC για άλλη μια φορά.

******************************
Νομίζω πως αυτό ήταν ένα ενδιαφλερον κεφάλαιο. Είχαμε λίγο τσακωμούς στο χωράφι, λίγο από το παρελθόν το Αλεξ και ας μη μιλησω για την ανακοίνωση που έκανε ο Αλεξ στη μάνα του. Εντάξει το παράκανα πια με τη διαφήμιση😂 αλλά όντως νομίζω πως είχε πιο ενδιαφέρον.(και δε ψωνίζομαι. Όταν είναι βαρετο το κεφάλαιο το λέω. Δεν έχετε να λέτε) Τέλος πάντων ελπίζω πως θα μπορέσω να κάνω μια μικρή αλλάγη στο πρόγραμμα και να ανεβάσω μέσα στη βδομάδα, αλλά δε σας υπόσχομαι τίποτα

34 страница7 декабря 2017, 20:16

Комментарии

0 / 5000 символов

Форматирование: **жирный**, *курсив*, `код`, списки (- / 1.), ссылки [текст](https://…) и обычные https://… в тексте.

Пока нет комментариев. Будьте первым!