Κεφάλαιο 33
Όταν μείναμε οι δυο μας με τον Αλεξ και επιστρέφαμε προς το σπίτι μου δεν είχε πάρει τα μάτια του από πάνω μου.
- τι; Τι με κοιτάς;
- τίποτα σκέφτομαι. Που θα το πας.
- δε σε πιάνω.
Με έπιασε από τον αγώνα και με γύρισε προς το μέρος του.
- σε εμένα δεν έχει ειρωνείες. Το κατάλαβες;
- μπα; Και τι είσαι εσύ;
- ο άντρας του σπιτιού μας.
- δεν έχουμε καν σπίτι.
- θα έχουμε σε λίγα χρόνια όμως.
- και πως ξέρεις ότι θα είμαστε ακόμα μαζί;
- γιατί δε πρόκειται να σε αφήσω να φύγει ποτέ
- ε λοιπόν μάθε ότι, ότι και να κάνεις όταν μου μπει κάτι στο μυαλό δε βγαίνει εύκολα. Γι αυτό άμα θέλω να φύγω, θα το κάνω με απόλυτη άνεση.
- καλά θα το δούμε αυτό.
- δες το μόνος σου, γιατί δε θα προλάβεις να κάνεις κάτι άλλο.
Ήταν το τελευταίο πράγμα που είπα πριν ενώσει τα χείλη μας με πάθος και με κολλήσει πάνω του τόσο ώστε να μη μπορώ να κουνηθώ.
- ε λοιπόν μάθε ότι καμία δε μου πηγαίνει κόντρα γιατί αλλιώς το πληρώνει πολύ ακριβά.
- ναι ε; Εγώ όμως δεν είναι καμία. Είμαι μία. Και να σου αρέσει. Πολύ θα ήθελα πάντως να μάθω πως το πληρώνουν.
Του είπα για πλάκα και εκείνος πήρε μια πονηρή έκφραση ενώ στην αρχή τα είχε χάσει.
- Μπορείς να μάθεις και απόψε πάντως άμα θέλεις. Το βράδυ είμαι ελεύθερος.
- μμμ εγώ δεν είμαι. Έχω πολλούς στο πρόγραμμα. Εεε εννοώ πολλά.
- καλάαα… μαζί μου δε παίζεις. Να το ξέρεις.
- ωω! Κοίτα να δεις. Μόλις το έκανα.
- παιχνιδάκια θες;
- μπα χώρτασα
- δεν έχεις χορτάσει τίποτα ακόμα.
Είπε και με φίλησε ενώ με σήκωσε σε στιλ νύφης και με πήγαινε στη μηχανή του, ενώ εγώ παράλληλα προσπαθούσα να αντιδράσω. Με ακούμπησε πάνω στη μηχανή.
- κοίτα πόσο απλά οι πολλοί θα γίνουν ένας.
Είπε προτού ανέβει και εκείνος και ξεκινήσει να οδηγάει. Μετά από κάμποση ώρα η μηχανή σταμάτησε έξω από το σπίτι του. Με σήκωσε πάλι στο ίδιο στιλ και με πήγε κατευθείαν στο δωμάτιό του. Κλείδωσε τη πόρτα ενώ με φιλούσε και με έβαλε στο κρεβάτι. Μου αφαίρεσε τη μπλούζα και ξεκίνησε να με φιλάει. Έφτασε στο λάστιχο του κολλάν μου.
- Αλεξ όχι.
Είπα και τον σταμάτησα. Ήρθε ξανά στο ίδιο ύψος με εμένα. Με κοίταξε στα μάτια για λίγο.
- δεν είμαι έτοιμη ακόμα.
Έκπενυσε και ξάπλωσε, ανάσκελα, δίπλα μου. Για λίγο δε λέγαμε τίποτα. Μετά όμως από λίγο γύρισε και με κοίταξε. Γύρισα κι εγώ και κοιταζόμασταν στα μάτια για λίγο.
- σε αγαπάω.
Είπε μετά από λίγο και αυτό ακουγόταν τόσο απίστευτο στα αφτιά μου. Αυτά τα λόγια και η σοβαρότητα που είχε εκείνη τη στιγμή μαζί με το τρόπο που με κοίταξε… μιλούσε σοβαρά. Κατάλαβε μάλλον ότι επεξεργαζόμουν ότι είχε πει και γύρισε πλευρό προς τα εμένα.
- αλήθεια σου λέω. Άμα ήσουν κάποια άλλη και με απέρριπτες έτσι, όχι απλά δε θα ξανά ασχολούμουν ποτέ μαζί σου. Δε θα υπήρχες καν για εμένα. Σε αγαπάω. Πολύ.
Γύρισα κι εγώ πλευρό προς τα εκείνο και τον φίλησα. Ξανά ήρθε από πάνω μου φιλόντας με και μετά από λίγο τον σταμάτησα.
- κι εγώ.
Συνέχισε να με φιλάει ενώ κάποια στιγμή του ξέφυγε ένα “ζωή μου” (όχι το όνομα) και ξάπλωσα πάλι δίπλα μου.
- θέλω να έρθεις να μείνεις μαζί μου.
- το ξέρεις ότι δε γίνεται.
- ναι αλλά σε θέλω δίπλα μου.
- θα σου πάρω ένα αρκουδάκι τότε. Ή ένα σκυλάκι. Εντάξει;
- σκύλο δε θέλω, έχω. Και αρκουδάκι έχω. Εσένα. Αλλά σε θες να έρθεις.
- έχεις σκύλο;
- μμ- χμμ…
Σηκώθηκε απότομα όρθιος και με σήκωσε και εμένα.
- ντύσου. Θα σε πάω σε εκείνο.
- τι; Πας καλά; Μέσα στη νύχτα;
- ναι. Ποτέ δεν είναι αργά. Έλα! Ίσα ίσα θα χαρεί που θα μας δει.
Είπε και μου έδωσε τη μπλούζα μου, την οποία και είχε πετάξει πάνω στο γραφείο. Την έβαλα και με πήρε από το χέρι και βγήκαμε μαζί έξω. Ανεβήκαμε στη μηχανή του και ούτε και ξέρω πόσες ώρες οδηγούσε. Φτάσαμε σε μία ερημιά στην ουσία. Τριγύρω υπήρχαν μόνο χωράφια. Μια παλιά αποθήκη υπήρχε στο βάθος της πρώτης εμασάς και γύρω γύρω σήρμα. Η πόρτα του χωραφιού έκανε λίγο φασαρία με αποτέλεσμα να αρχίσει ο σκύλος να γαβγίζει από έναν άλλο χώρο που του είχαν φτιάξει στο βάθος του χωραφιού.
- που είσαι αγόρι μου; Που είσαι;
Του είπε ο Αλεξ και εκείνος άρχισε να τρέχει και να χοροπηδάει στο κλουβί του. Άνοιξε σιγά σιγά τη πόρτα. ενώ του είχε πει να κάτσει ακίνητος, και μπήκαμε και εμείς μαζί του μέσα.
- αυτός είναι ο Οσκαρ. Όσκαρ πες για στη φίλη μας.
Είπε με λίγο αυστηρότητα και ο Οσκαρ με μύρισε και ανέβηκε πάνω μου.
- άχου είναι γλυκας!
Κατέβηκε από πάνω μου και πήγε πάλι στον Αλεξ.
- πόσο μου έλειψες εσύυυ…
Είπε ενώ τον σήκωσε στην αγκαλιά του και ο Οσκαρ τον έγλυφε στο πρόσωπο. Μέσα από το σκοτάδι μπορούσα να διακρίνω τα μπράτσα του. Πόσο δυνατός ήταν… σήκωσε ένα τόσο μεγάλο σκύλο στην αγκαλιά του... αχ… θέλω κι εγώ τώρα… τον κατέβασε και μου χαμογέλασε λίγο.
- δεν έρχομαι εδώ συχνά. Κυρίως βέβαια για το παππού μου. Πριν κάποια χρόνια τσακώθηκα με το παππού μου, γιατί πίστευε ότι δεν ήταν σωστό να κατηγορώ το πατέρα μου για όλα. Τότε υποσχέθηκα στον εαυτό μου να μη του ξανά μιλήσω ή τουλάχιστον μέχρι να συμβεί κάτι σοβαρό. Βλέπεις έκανε ότι μπορούσε να καλύψει τις μαλακίες του γιού του. Όταν σκότωσε την αδερφή μου δε ξανά μίλησα σε κανέναν άλλο εκτός από τη μάνα μου. Γι αυτό δε τον βλέπω συχνά. Στο σπίτι μου δε μπορούσα να τον έχω οπότε αναγκαστικά έμεινε μαζί με το παππού μου.
Τον έκανα μια σφιχτή αγκαλιά και το ίδιο έκανε και εκείνος. Ο Όσκαρ άρχισε να γαβγίζει και να πηδάει πάνω μας. Αφήσαμε ο ένας τον άλλο και ο Αλεξ αγκάλιασε τον Οσκαρ. Ένα έντονο φως έπεσε πάνω μας και μας έκανε να γυρίσουμε όλοι να κοιτάξουμε προς τα εκεί. Ο τύπος πλησίασε. Ήταν μεγάλος σε ηλικία και απ’ ότι φαίνεται δε θα μας έβγαινε σε καλό τελικά.
- εσύ
Ήταν το μόνο πράγμα που είπε στον Αλεξ και εκείνος τον κοίταξε με μίσος.
************************************
Παιδιάαα χίκια συγγνώμη που το κόβω εδωωω... σας αφησα σε κρίσιμο σημείο το ξέρω...
ΜΙΑ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ: το άλλο σκ πρέπει να πάω στην αθήνα για εξαιτάσεις λόουερ (σκέτη αποτυχία) δυστυχως δε ξέρω αν θα καταφέρω να ανεβάσω κενούργιο κεφάλαιο. Γενικά η άλλη βδομάδα θα είναι κάπως περίεργη από άποψη διαβάσματος. Τέλος πάντων την άλλη βδομάδα να περιμένετε κεφάλαιο η τη πέμπτη η τη κυριακή κατα πάσα πιθανότητα. Αν δε καταφέρω να ανεβασω την άλλη βδομάδα, που δε νομιζω, θα έχετε σιγουρα δύο μέσα στην επόμενη.
