Κεφάλαιο 13
Το άλλο πρωί κατά τις οχτώ παρά ο Πάνος ήταν ήδη σπίτι μου και χτυπούσε το κουδούνι. Φύγαμε μαζί για το σχολείο και μετά το σχολείο του ζήτησα να πάμε μια βόλτα στο πάρκο. Τον έβαλα να κάτσει σε ένα παγκάκι.
- πρέπει να σου μιλήσω.
- ναι αγάπη μου σε ακούω.
- κοίταξε. Εε… θέλω να χωρίσουμε.
- τι; Να χωρίσουμε; Γιατί;
- γιατί δεν υπάρχει εμπιστοσύνη και σεβασμός. Γι αυτό.
- δεν υπάρχει σεβασμός; Εμπιστοσύνη; Δε σε εμπιστεύομαι;
- ναι αν δε μου έλεγες ψέματα.
- πότε σου είπα ψέματα πάλι;
- γιατί με παραμυθιάζεις και πηγαίνεις στη Σμαράγδα;
Φάνηκε να τα έχασε. Με κοίταξε σαν εκνευρισμένος.
- δεν έχω πάει ποτέ με τη Σαράγδα.
- α ναι; Και τότε… αυτό τι είναι;
Είπα δείχνοντας του τη φωτογραφία που μου είχε στείλει ο Αλεξ
- δ- δεν…
- δε θέλω να ξέρω τίποτα παράταμε.
- για αυτό δε με θες άλλο έτσι;
- ναι. Λίγο ήταν. Και δεν είναι μόνο αυτό…
- τότε;
- είμαι… μου αρέσει κάποιος άλλος…
- μάλιστα. Οκ λοιπόν. καλά να περάσεις με τον άλλο τότε.
Είπε και σηκώθηκε εκνευρισμένος.
- α όχι. Δε θα τα ρίξεις σε εμένα εντάξει; Εγώ δε θα σε απατούσα ποτέ!
- ο Άλεξ είναι έτσι;
- νομίσεις! Με τον Αλεξ δε θα πήγαινα ΠΟΤΕ! ΤΟΝ ΜΙΣΩ το καταλαβαίνεις;
- καλά. Άστο. Ξέρω. Μου έχεις εξηγήσει.
Είπε κι έφυγε. Το κατάλαβα ότι τον πλήγωσα. Τι να κάνω όμως. Κι εκείνος με πλήγωσε. Πήγα στο σπίτι της Ιωάννας και κάθισα λίγο. Γύρισα σπίτι στις τέσσερις. Τους βρήκα πάλι στο playstation. Ναι και τον αχώνευτο. Δε ξέρω πια τι να αισθανθώ για αυτό τον άνθρωπο. Κάθισα στο καναπέ δίπλα από το Νίκο.
- πως πήγε το ραντεβού με το Πάνο;
Με ρώτησε ο Αλεξ και τον κοίταξα.
- που ξέρεις που ήμουν;
- μου είπε η Ζωή ότι σας είδε στο πάρκο.
- ω καλά. κατάλαβα.
- λοιπόν; Πως πήγε; Γιατί διακρίνω μια αρνητική ενέργεια στο χώρο πάνω σου.
Είπε ο Νίκος αυτή τη φορα.
- στο χώρο η πάνω μου;
- στο χώρο αλλά προέρχεται από εσένα. Τι έγινε;
- χώρισα με το Πάνο. Τίποτα σπουδαίο.
Μόλις άκουσε ο Αλεξ ότι χωρίσαμε φωτίστηκε το πρόσωπό του.
- τι; Χωρίσατε; Γιατί;
Είπε καθώς είχε παρατήσει το παιχνίδι και ο άλλος συνέχισε να παίζει χωρίς αντίπαλο.
- ε όλο και κάποιο λόγο θα έχω.
Είπα και κατέβασα το κεφάλι. Πάτησε pause στο παιχνίδι και αγριοκοίταξέ τον Αλεξ επειδή τον κέρδιζε όλη αυτή τη ώρα. Έπιασε το πιγούνι μου και μου ανέβασε το κεφάλι. Με κοίταξε στα μάτια.
- λέγε.
- με απατούσε με τη Σματάγδα.
Με πήρε αγκαλιά. Ένοιωθα τα μάτια μου να καίνε. Ένοιωθα σα να ήθελα να ξεσπάω σε κλάματα. Χτύπησε το κινητό του. Το σήκωσε και εγώ ανέβηκα στο δωμάτιό μου.
Alex's pov
Η ΔΑΝΆΗ ΧΩΡΙΣΕ! Τι ευτυχία είναι αυτή που νοιώθω! Δε ξέρω γιατί. Αλλά είμαι ευτυχισμένος τώρα. Είπα στο Νίκο ότι πάω λίγο στο μπάνιο και πήγα στο δωμάτιο της. Μπήκα χωρίς να χτυπήσω. Τη βρήκα να κάθεται στο PC με δακρυσμένα μάτια.
- οι άνθρωποι χτυπάνε πριν μπουν. Και μη το πεις πάλι έλεος.
- δε θα το έλεγα. Σε βλέπω ότι δεν έχεις διάθεση… στεναχωρέθηκες με το χωρισμό σας ε; Σόρι που σας έκανα έτσι.
- χέστηκα για εκείνο. Μαλάκας ήταν. Και δε μας χώρισες εσύ. Θα τον χώριζα έτσι κι αλλιώς. Είμαι αλλού.
- καλά αυτά τα λες επειδή είμαι εγώ. Άμα ήσουν με την Ιωάννα θα έκλαιγες τη μοίρα σου.
- δε τα λέω επειδή είσαι εσύ. Και στην Ιωάννα τα ίδια είπα. Μαλάκας ήταν τελικά.
- όλοι μαλάκες είναι για εσένα.
- ναι. Κι εσύ. Μη νομίζεις ότι σε ξέχασα.
- καλά εντάξει. Ήμουν σίγουρος.
Είπα και σηκώθηκα από το κρεβάτι της.
- Α Αλεξ! Κάτι τελευταίο πριν φύγεις… ευχαριστώ που πήγες σπίτι του και το πλάκωσες και λυπάμαι για τις μελανιές που σου έκανε.
- έλα;
Είπα ενώ είχα μείνει να τη κοιτάζω.
- πιο πολύ περίεργο μου φάνηκε που είπες ότι λυπάσαι για τις μελανιές παρά για όλο το υπόλοιπο… τέλος πάντων, οπότε με χρειαστείς εδώ θα είμαι.
Είπα και γελάσαμε. Κατέβηκα με το Νίκο και συνεχίσαμε να παίζυμε. Δεν έφτασε δώδεκα και με πήρε τηλέφωνο η Ζωή. “όχι πάλι αυτή…” Το σήκωσα και της είπα ότι και καλά δε μπορούσα να πάω από το σπίτι της μετά.
Danae's pov
Έπεσα για ύπνο από νωρίς. Όλα γύρω μου άσπρισαν κατά κάποιο τρόπο. Άνοιξε η πόρτα του δωματίου μου δειλά και μέσα μπήκε ένα κοριτσάκι, μικρό σε ηλικία, κάπου τετάρτη δημοτικού θα την έκανα. Φορούσε ένα άσπρο φόρεμα και είχε μαύρα μαλλιά.
- γεια σου!
- γεια.
- πως σε λένε;
- Δαναη, εσένα;
- Ανδριάνα.
Είχα φρικάρει που είχα φρικάρει, όταν άκουσα ότι τη λένε Ανδριάνα γούρλωσα τα μάτια μου. Πρέπει να το κατάλαβε ότι τρόμαξα.
- μη φοβάσαι. Ξέρω ότι ξέρεις ποια είμαι.
- τι θες από εμένα; Εγώ δεν έχω καμία σχέση με τον αδερφό σου.
- ξέρω ότι τον νοιάζεσαι.
- δε τον νοιάζομαι. Ο αδερφός σου είναι μαλάκας, σόρι κιόλας που στο λέω έτσι. Δε θα πήγαινα μαζί του.
- εκείνος περνάει υπέροχα μαζί σου.
- εγώ όμως όχι… σε αγαπάει. Γιατί του το έκανες αυτό; Έχεις ιδέα τι πέρασα όταν του είπες ότι σε πλήγωσε;
Κούνησε το κεφάλι της αρνιτηκά.
- όλο το βράδυ μάτι δεν έκλεισα, γιατί; Γιατί όλη τη νύχτα φώναζε το όνομά σου αλλά δε σε έβρισκε. Και τώρα μου λες να τον νοιάζομαι κιόλας; Η απάντησή μου είναι ότι δε μπορώ να τα πάω καλά μαζί του και ότι δε τον νοιάζομαι ούτε λίγο.
- έχεις δίκιο συγγνώμη.
- όχι. Μη ζητάς συγγνώμη. Είχες δίκιο τότε. Έπρεπε να μη το κάνει. Ξέρω πως είναι να σε πληγώνουν έτσι.
- δηλαδή δε θα με μαλώσεις που ήρθα να σου πω να τα βρείτε;
- όχι. Έτσι κι αλλιώς τι νόημα έχει;
- άρα θα μπορούσαμε να τα βρούμε μεταξύ μας και να γίνουμε φίλες;
Είπε με ένα βλέμμα όλο ελπίδα.
- ναι φυσικά!
Μου χαμογέλασε και έφυγε. Σηκώθηκα όρθια απότομα και ανάσαινα βαριά. έστειλα γρήγορα μήνυμα στον Αλεξ.
Alex's pov
Κάθισα στο Νίκο μέχρι τις μία και μετά γύρισα σπίτι. Η μάνα μου κοιμόνταν. Βρήκα την ευκαιρία να πάω για ακόμα μια φορά στο δωμάτιο της Ανδριάνας. Έπιασα το αγαπημένο της αρκουδάκι.
- μακάρι να ήξερες πόσο εξακολουθώ να νοιάζομαι για εσένα… μακάρι να ήξερες πόσο σε αγαπάω και ήθελα να ήσουν ακόμα μαζί μου… μακάρι να μη σε είχα πληγώσει ποτέ…
- ξέρω.
Σήκωσα το βλέμμα μου από το αρκουδάκι και κοίταξα απέναντι. Ήταν εκείνη. Πόση ώρα στέκονταν εκεί;
- τι ξέρεις;
- πόσο με αγαπάς και νοιάζεσαι για εμένα.
- συγγνώμη…
- μη ζητάς συγγνώμη. Ξέρω ότι το είχες ήδη αρχίσει αυτό από πριν μου το υποσχεθείς.
- πως το ξέρεις;
- το άκουσα που το είπες στη Δανάη… γιατί δε της λες τι αισθάνεσαι;
- τι αισθάνομαι;
- ότι δεν αισθάνεσαι καλά που δε τα πάτε καλά;
- δε… τώρα… τι να της πω; Έχει και εκείνη τα δικά της… σιγά μη θέλει να τα πάμε καλάα. Αυτή μόνο να με χτυπάει ξέρει.
- ξέρεις πολύ καλά ότι εσύ τη προκαλείς να το κάνει.
- δε τη προκαλώ πάντα εγώ. με μισεί.
- δε σε μισεί. Αλήθεια.
- ποτέ δε τα πήγαινα καλά μαζί της και ποτέ δε θα τα πάω.
Χτύπησε το κινητό μου. Δανάη.
- πρέπει να φύγω.
Είπε βιαστικά η Ανδριάνα και εξαφανίστηκε. Έτσι απλά. Ήμουν έξαλλος μαζί της. Έτσι και δεν είναι κάτι σημαντικό θα τη κάνω κομμάτια. Άνοιξα το μήνυμα “πρέπει να σου πω”, “έλα από ‘δω” της έστειλα και περίμενα. Μετά από κάμποση ώρα ακούστηκε ένα απαλό χτύπημα στη πόρτα. Πήγα να της ανοίξω.
*****************************************
Οπ οπ οπ! Τι γίνεται? Η Ανδριάνα επιστρέφει δυναμικά στο παιχνίδι! Για να δούμε πως θα αντιδράσει ο Αλεξ αμα μάθει ότι η Δανάη την είδε...
