Κεφάλαιο 5
Alex's pov
Έφυγα αργότερα από το σπίτι τους. Φοβόμουν να κοιμηθώ το βράδυ. Άνοιξα σιγα σιγά τη πόρτα του δωματίου της Ανδριάνας. Κάθισα στο κρεβάτι της. Εμφανίστηκε μπροστά μου. Εκείνη ήταν. Έκλαιγε πάλι.
- γιατί το κάνεις αυτό στον εαυτό σου;
- δ- δεν έκανα τίποτα.
- χαχα. Ούτε σε εμένα δε πεις την αλήθεια. Γιατί με φοβάσαι;
- δε σε φοβάμαι.
- σε βλέπω. Τρέμεις. Γιατί; Σου έκανα κάτι;
- δε μου έχεις κάνει τίποτα. Σε αγαπάω. Ότι και να μου έχεις κάνει θα σου το συγχωρούσα.
- το ξέρω. Σε βλέπω.
- με βλέπεις;
Απάντησε καταφατικά.
- γιατί δε μου είπες την αλήθεια από την αρχή; Γιατί με πλήγωσες έτσι;
- συγγνώμη. Συγγνώμη δεν ήθελα να σε πληγώσω. Σε αγαπάω δε μπορώ χωρίς εσένα μη φύγεις. ΌΧΙ!
Χάθηκε μέσα σε ένα κύμα καπνού κλαίγοντας. Άνοιξα τα μάτια μου απότομα. Είχα ιδρώσει. Πήρα το κινητό μου, έφυγα από το σπίτι. Πήγα στο σπίτι του Νίκου.
Danae's pov
Χτύπησε το κουδούνι. Ήταν μιάμιση το βράδυ. Κατέβηκα να ανοίξω. Στη πόρτα στεκόταν ο Άλεξ.
- γεια.
- γεια. Ο Νίκος δεν είναι εδώ. Έχει πάει στην Άννα.
- α... μήπως μπορώ να κοιμηθώ στο σπίτι σας απόψε;
Τον κοίταξα περίεργα. Είχε ένα βλέμμα τρομαγμένο.
- σπίτι μας;
Απάντησε καταφατικά.
- σε παρακαλώ. Δε μπορώ να κοιμηθώ μόνος μου
- έλα.
Είπα και μπήκε στο σπίτι. Οι δικοί μου ήταν στη δουλειά πάλι... από τη μια ευτυχώς αλλά από την άλλη...
- λοιπόν... που θες να κοιμηθείς;
- δε ξέρω. Κάπου που να μην είμαι μόνος μου. Φοβάμαι...
Ψέλλισε τη τελευταία λέξη και κατέβασε το κεφάλι.
- να σε βάλω στο δωμάτιό μου;
Με κοίταξε έκπληκτος
- στο δωμάτιό σου;
- δε ξέρω. Εσύ είπες ότι δε μπορείς μόνος σου.
Ανασήκωσε του ώμους και με βοήθησε να μεταφέρουμε ένα στρώμα από την αποθήκη στο δωμάτιό μου. Φυσικά και δε θα κοιμόμασταν μαζί. Τι νομίζατε;
- σόρι που σε βάζω σε τόσο κόπο.
- σιγά ρε. Δε με βάζεις σε κόπο.
Πέσαμε για ύπνο. Όλο το βράδυ στριφογύριζε. Τον άκουγα που βαριανάσαινε και παραμιλούσε. Όσο κοιμήθηκε φώναζε ένα συγκεκριμένο όνομα "Ανδριάνα" με φωνή να τρέμει και ξυπνούσε.Όλη τη νύχτα αυτή η ιστορία. Έφτασε τέσσερις. Ξανά ξύπνησε. Άναψα τα φώτα. Τον βρήκα ιδρωμένο και δακρυσμένο. Οι ανάσες του ήταν γρήγορες. Δεν τον άντεχα άλλο. Ήταν σε άθλια κατάσταση. Αυτό γινόταν κάθε βράδυ; Υποχώρησα. Με κοίταξε. Είχα σταθεί όρθια στο διακόπτη.
- θες να κοιμηθούμε μαζί;
Με κοίταξε έκπληκτος και περίεργα ενώ προσπαθούσε να βρει το ρυθμό της ανάσας του.
- μαζί;;;
Απάντησα καταφατικά.
- δε συχαίνεσαι να κοιμηθείς μαζί μου;
- τι να κάνω; Από το να κοιμηθείς επιτέλους καλύτερα να κοιμηθείς μαζί μου.
- με ακούς;...
- και σε ακούω και σε βλέπω. Γι αυτό έλα στο κρεβάτι μου και τελείωνε μπας και κοιμηθούμε απόψε.
Σηκώθηκε με αργές κινήσεις και πήγε στο κρεβάτι μου.
- αυτό γίνεται κάθε βράδυ;
Απάντησε καταφατικά.
- από πότε έχεις να κοιμηθείς;
- δε ξέρω...
- λοιπόν. Πέσε κοιμήσου. Άντε τελείωνε. Άλλο ένα βράδυ χωρίς ύπνο και θα νομίζουν οι άνθρωποι ότι τους κάνεις καμία επίθεση από κάνα άλλο παλανίτη.
Χαμογέλασε λίγο και ξάπλωσε. Ξάπλωσα κι εγώ από την έξω πλευρά φυσικά. Σε δέκα λεπτά τον είχε πάρει ο ύπνος. Τύλιξε τα χέρια στη μέση μου. Ένοιωθα κάπως το φόβο του. Οι ανάσες του έγιναν βαριές πάλι. Αυτό ήταν. Δε με ξανά ξύπνησε εκείνο το βράδυ. Κοιμήθηκε ήσυχος επιτέλους.
Το άλλο πρωί ξύπνησα από τις εφτά. Μόλις βγήκα από την αγκαλιά του ξύπνησε. Με κοίταξε με ένα χαμένο βλέμμα.
- συγγνώμη που δε σε άφησα να κοιμηθείς.
- άστο. Μη το συζητάς. Κοιμήθηκες καθόλου;
- ναι. Ευχαριστώ που με άφησες να κοιμηθώ εδώ. Και... μαζί σου...
- τίποτα.
Είπα με έναν αναστεναγμό που μου βγήκε κατά λάθος. Κατέβασε το κεφάλι του. Βυθίστηκε στο κόσμο του. Πήγα στο μπάνιο και ακόμα ήταν εκεί και δεν είχε κουνιθεί καθόλου.
- δε μου λες; Θα πας να αλλάξεις; Έχεις σχολείο.
- μπορώ να σου μιλήσω;
- εμένα;
Απάντησε καταφατικά και κάθισα δίπλα του.
- σόρι που σου φέρθηκα έτσι αυτές τις μέρες. Και σόρι που σου επιτέθηκα τότε. Και συγγνώμη που αντιδρούσα τόσο υπερβολικά
- δε πειράζει.
- ξέρεις... είναι κάτι που είχα την ανάγκη να στο πω εδώ και μέρες αλλά... έχεις τα μάτια της αδερφής μου. Τέτοια μάτια είχε και εκείνη.
- της αδερφής σου; Έχεις αδερφή;
Και ναι! Μετάνιωσα τη ώρα και τη στιγμή που το είπα.
- ήμουν εφτά... είχα μια μικρότερη αδερφή την Ανδριάνα. Παίζαμε, περνούσαμε χρόνο μαζί, γελούσαμε, με νοιάζονταν... μέχρι... που ένας φίλος του πατέρα μου... ουσιαστικά τη σκότωσε... είχε βγει βόλτα με τις φίλες της όταν κάποιος της επιτέθηκε και την απήγαγε. Τη πήγε σε ένα στενό όπου και τη βίασε. Δε γύρισε ποτέ στο σπίτι. Πέθανε. Δεν ήταν καλά εκείνος. Τον έκλεισαν στο τρελοκομείο επειδή ήταν πολύ οξύθυμος και νευρικός και δημιουργούσε συνέχεια τέτοιου είδους προβλήματα... ήμουν με τους φίλους μου, εκείνη την ώρα, και παίζαμε με αυτοκινητάκια ακόμα. Όταν έμαθα ότι έφυγε...
Πλέον είχε δακρύσει. Ξεροκατάπια.
- δε θα σου έκανα ποτέ κακό... τότε που σου επιτέθηκα δεν είχα σκοπό να σε χτυπήσω. Απλά... να... δε μου αρέσει μιλάω για τη μητέρα μου. Όταν άκουσα ότι την ανέφερες και είπες για τις γκόμενές μου... δε ξέρω... νευρίασα και γι αυτό αντέδρασα απότομα. Με την Ανδριάνα έχω να μιλήσω δύο μήνες. Και να τη δω ακόμα και στα όνειρά μου. Τότε που σε κρατούσα... είδα τα μάτια της στα δικά σου. Για αυτό ταράχτηκα.
- για αυτό καπνίζεις έτσι;
- ένα βράδυ ήρθε στον ύπνο μου. Με έβαλε να της υποσχεθώ ότι ποτέ δε θα καπνίζω και ποτέ δε θα γίνω αλήτης σα τους άλλους. Ήταν αργά όταν το έκανα. Είχα αρχίσει ήδη το κάπνισμα και πολύ πριν της το υποσχεθώ. Όταν μου είπες ότι δε μπορεί να με βλέπεις έτσι... ένοιωσα σα να μου μιλούσε εκείνη. Δε θα ήθελε να με ξαναδεί. Δεν έχεις ιδέα πόσο την αγαπάω... δε θέλω να τη χάσω αλλά...
- ξέρω... καταλαβαίνω... λυπάμαι για την αδερφή σου... και δε θα σε αφήσει. Σε αγαπάει κι εκείνη. Δε θα σε άφηνε έτσι. Θα το έκανε στη πραγματικότητα;
- όχι. Ποτέ δε θα με άφηνε... χθες το βράδυ... με πήρε ο ύπνος στο δωμάτιό της. Τα ξέρει όλα. Μου έλεγε ότι της είπα ψέματα και έκλαιγε. Δε μπορούσα να κοιμηθώ άλλο μόνος μου. Τη φώναζα άλλα δε μου μιλούσε.
- σε άκουγα. Αυτή ήταν η Ανδριάνα που φώναζες όλο το βράδυ...
- συγγνώμη που δε σε άφησα να κοιμηθείς.
- δε πειράζει.
Με αγκάλιασε. Μου φάνηκε τόσο περίεργη αυτή η κίνηση του... δε το έχεις ξανά κάνει ποτέ...
- ευχαριστώ που με ανέχτηκες.
Είπε και γελάσαμε. Πήγε να ετοιμαστεί και μέχρι να το κάνει ο Νίκος είχε επιστρέψει. Βρήκε τον Άλεξ και του είπε τα πάντα. Εκτός από το ότι ήρθε εδώ να κοιμηθεί φυσικά. Φύγαμε όλοι μαζί για το σχολείο. Μόλις είδε τον Άλεξ η Ζωή έτρεξε να τον αγκαλιάσει η παλιοπουτάνα. Ούτε που την ενδιέφερε τι έπαθε. Ακόμα τη σκεφτόνταν. Ο Νίκος πήγε με τη δικιά του. Με κοίταξε καθώς η άλλη η πουτάνα του τριβόταν.
- και πάλι σε ευχαριστώ ε;
- τίποτα. Και πήγαινε φάε κάτι να σου δώσει τουλάχιστον λίγο ενέργεια.
Του είπα και το βλέμμα της Ζωής αγρίεψε.
- κι εσένα τι σε νοιάζει μωρή παρθέανα;
- εε! Έλα Ζωή τελείωσε. Δεν είπε κάτι τώρα.
Μου έκανε νόημα "οκ" και έφυγα. Στο άλλο διάλειμμα ήρθε και με βρήκε η Ζωή.
- άκουσε με να σου πω μικρόπαρθενίτσα. Έτσι και υποψιαστώ ότι τη πέφτεις στο αγόρι μου θα έχουμε κακά ξεμπερδέματα. Άντε γιατί σα πολύ του κολλάς.
- στο ποιο σου; Χαχαχαχα! Σιγά μη πάω να τη πέσω εγώ στον Άλεξ. Χαχαχα! Πολύ καλό. Με έκανες και γέλασα.
- εγώ δε γελάω μικρή. Γι αυτό κανόνισε.
- μην αγχώνεσαι. Δε πρόκειται να σου το πάρω. Οι εχθροί παραμένουν για πάντα εχθροί.
- καλά αλλά να ξέρεις δε τελειώσαμε εμείς.
- ναι οκ.
Της είπα ψυχρά. Πήγα να βρω την Ιωάννα. Της είπα για χθες το μεσημέρι και φυσικά δε της είπα τίποτα από χθες το βράδυ και έπειτα.
Μετά το σχολείο πήγα κατευθείαν σπίτι. Ήμουν πτώμα. Μπήκα μέσα και το φαί μοσχομύριζε από έξω. Στη κουζίνα οι γονείς , μου να μαγειρεύουν. Τους αγκάλαισα και πήγα και κάθισα σο καναπέ με τον αδερφό μου και δυστυχώς τον Άλεξ, ο οποίος ήταν ακόμα χάλια. Έφαγε μαζί μας και μετά ανέβηκε πάνω με το Νίκο να καθίσουν στο δωμάτιο του. Οι φωνές τους ακουγόταν μέχρι το διάδρομο.
**********************************
Επ! Τι γίνεται πατουράκια!! Εντάξει δε ξέρω γιατί μου βγήκε να σας πω έτσι. Τεσπα. Ο Αλεξ ανοίγεται στην Δανάη και κοιμούνται μαζί! Όσο πάνε έρχωνται και πίο κοντά. Εκτός και αν ο Αλεξ είχε να κερδίσει κάτι από το να της το πει και να τη φέρει και εκείνη με το μέρος του. Δε λέω πιο πολλά φτάνει νομίζω. Θα δούμε στο επόμενο κεφάλαιο!😘😘
