Κεφάλαιο 6
Οι φωνές τους ακούγοταν μέχρι το διάδρομο.
- ρε μαλάκα θα σου πω άτι αλλά μη μάθει τίποτα η αδερφή σου.
- τι είναι αυτό; Πλάκα κάνεις τώρα;
είπε έκπληκτος ο Νίκος. Κάτι του έδειξε. Τι ήταν αυτό που δεν έπρεπε να δω; Ακουγόταν σοβαρό. Μετά ξέσπασαν σε ησυχία. Ήμουν έτοιμη να φύγω όταν….
- ε Άλεξ. Θέλω να σου ζητήσω μια χάρη.
- πες μου ρε
- η Δανάη. Κάτι έχει. Κάτι μου κρύβει. Σε παρακαλώ μπορείς να την έχεις λίγο πιο κοντά όταν είναι στο σχολείο; Την έχω λίγο γραμμένη και άμα τη ρωτήσω θα με βρίσει πάλι.
- εννοείται ρε μπρο.
Άρα νοιαζόταν ακόμα για εμένα. Δε με είχε τελείως γραμμένη τελικά.
- λοιπόν. Άσχετο τώρα. Η Ζωή τι λέει που σε ξαναβλέπει;
- τι να πει. Με περιμένει σπίτι της το βράδυ.
- οοο… καλά τώρα. Από τη πρώτη μέρα.
Μέχρι εκεί άκουσα. Μπήκα στο δωμάτιό μου μέσα στα νεύρα. Δε ξέρω γιατί. Το σκέφτεται κιόλας να πάει; Ω μα φυσικά και θα πάει. Αχχχ… χέστηκα τι κάνει αυτός μωρέ. Από πότε με νοιάζει; Χτύπησε το κουδούνι και πήγα να ανοίξω. Η Ζωή. Τι ωραία έκπληξη ήταν αυτή, θα κλάψω.
- που είναι το μωρό μου; Μαζί ήσασταν πάλι;
Στριφογύρισα τα μάτια και την οδήγησα στο δωμάτιο του Νίκου.
- αγάπη μου!
Είπε μόλις τον είδε. Εκείνος αντίθετα δε φάνηκε να χαίρεται και πολύ. Την αγκάλιασε και έφυγα. Ακούστηκε η φωνή του Άλεξ από πίσω μου.
- ε βλαμμένο, πρόσεχε μη σκοντάψεις καθώς φεύγεις.
- χα χα χα. Ας γελάσω Άλεξ.
Πήγα στο δωμάτιό μου και έβαλα μουσική. Καθόμουν εκεί μέχρι το βράδυ. Πάντα όταν ακούω μουσική βυθίζομαι στο κόσμο μου και δε καταλαβαίνω και πολλά απ’ όσα γίνονται γύρω μου. Έφτασε δώδεκα η ώρα και βγήκα από το δωμάτιό να δω τι θα φάμε όταν τράκαρα στο διάδρομο με τον Άλεξ.
- μπα; Ακόμα εδώ;
- ναι. Απ’ ότι φαίνεται δε θα με ξεφορτωθείς ούτε απόψε.
- δε πειράζει. Αρκεί να κοιμηθώ ήσυχη το βράδυ.
- καλά μεγάλα λόγια μη λες. Ευχαριστώ πάντως για χθες. Και που δεν είπες τίποτα.
- θα το πεις πολλές φορές ακόμα;
- τόσες όσες φτάνουν να σου σπάσω τα νεύρα.
- καλά. Δε πρόκειται. Παρακάλα.
- οοο… θα ‘θελες πολύ…
- ναι καλά. Ξεκίνα να προσπαθείς να μου τα σπάσεις. Έχω νεύρα από ατσάλι αγόρι μου.
- καλά λέγε εσύ.
Βγήκε ο Νίκος στο διάδρομο και μας άκουσε που λογομαχούσαμε.
- να σας πω. Κανονίστε να κοιμηθούμε απόψε ε; Μην αρχίσετε να βρίζεστε πάλι.
- μπα… αυτή τη φορά δε θα βριζόμαστε. Θα κάνουμε κάτι άλλο. Μια πρέξη που αρκεί να σε κάνω να γίνεις έξαλλη.
- χαχα! Ναι καλά. Προσπάθησε. Περιμένω.
Είπα γελώντας και κατέβηκα να φάω. Μετά ανέβηκα στο δωμάτιο του Νίκου.
- πως και δεν είσαι με τον Άλεξ;
- έχει πάει λίγο στο μπάνιο.
- α οκ. Να σου πω… θέλω να σου ζητήσω μια τεράστεια χάρη…
- ωχ. Για ριξ’το.
- ε… να… αύριο που λείπουν οι γονείς μας… θέλω να βγω με τα κορίτσια…
- και το αγόρι ξέρω.
- ναι… και με αυτό. Αλλά είπαμε κατά τις δώδεκα.
- ποιες δώδεκα;
- το βραδάκι;
- αυτό δεν είναι βραδάκι, μεσάνυχτα είναι. Τέλος πάντων… άντε.
- αλήθεια!? Είσαι υπέροχος! Σε ευχαριστώ πάρα πολύυυυυυ!!!
Είπε και τον αγκάλιασα.
- εντάξει, εντάξει, άσε με τώρα. Άντε.
Γέλασα και πήγα στο δωμάτιό μου. Πήγα να κλείσω τη πόρτα και πετάχτηκε από πίσω ο Άλεξ φωνάζοντας. Ούρλιαξα από τη τρομάρα μου και άρχισε να γελάει νευρικά.
- ΕΊΣΑΙ ΒΛΆΚΑΣ!
Του φώναξα και του έδωσα ένα δυνατό χαστούκι. Μου έπιασε τα χέρια και με έσφηξε.
- εμένα δε θα μου τα κάνεις αυτά το κατάλαβες;
Είπε καθώς πλησίαζε επικίνδυνα.
- γιατί θα σε φοβηθώ νομίζεις.
- α ναι;
- ναι!
Μπήκε ο Νίκος στο δωμάτιο.
- τι κάνετε; Άλεξ έλα μέσα. Άστη.
- ο κολλητάκος σου μου την είχε στήσει πίσω από τη πόρτα να με τρομάξει.
- η αδερφούλα σου με χαστούκισε.
- να μην έμπαινες στο δωμάτιο μου να με τρομάξεις.
- έλα, έλα. Σα μωρά. Κι εσύ ρε Δανάη δε μπορούσες να βάλεις λιγότερη δύναμη; Τη μασέλα θα του έβγαζες.
- δε με εωριαφέρει. Να μη ξανά έρθει εδώ μέσα. Άντε. Πολύ αέρα έχει πάρει.
Είπα ενώ παρατηρούσα το μάγουλό του που είχε γίνει κατακόκκινο. Αουτσ. Δε το κατάλαβα πόσο δυνατή ήταν.
- κοίτα ποια μιλάει.
- δε μας παρατάς μωρέ;
- Αλεξ τελείωσε. Έλα μέσα. Άντε.
Χτύπησε το κινητό μου, ο Πάνος ήταν. Με το που είδα το όνομά του στην οθόνη τους έδιωξα όλους και έκλεισα τη πόρτα.
Alex’s pov
Χθες το βράδυ κοιμήθηκα μαζί της, την είχα αγκαλιά. Μετά από τόσες μέρες επιτέλους κοιμήθηκα ήσυχος έστω και για λίγες ώρες. Απόψε θα έμενα στο σπίτι τους. Πήγα να της κάνω μια πλάκα. Τη περίμενα στο δωμάτιο της. Πήγε πρώτα στο Νίκο να του πει για αύριο. Μη χάσει. Μπήκε μέσα και τη τρόμαξα. Τσακωθήκαμε. Τσακωνόμασταν μέχρι να χτυπήσει το κινητό της. Μας έδιωξε και τους δύο και έμεινε μόνη της να μιλήσει.
- έλα Πάνο μου!
Ακούστηκε από μέσα. Τίποτα άλλο δεν άκουσα. Πήγαμε στο δωμάτιο του Νίκου. Αργότερα που ο Νίκος πήγε να φτιάξει τίποτα να φάμε πήγα στο δωμάτιό της. Μπήκα μέσα απότομα χωρίς να χτυπήσω και έβγαλε το κινητό από το αφτί της και το κάλυψε ώστε να μην ακούγομαι.
Danae’s pov
Μπήκε στο δωμάτιο μου ο Άλεξ. Κάλυψα το κινητό να μην ακούει ο Πάνος ότι είναι και αυτός στο σπίτι.
- τρόπους δεν έχεις μάθει;
- όχι δεν έχω μάθει. Και μη νομίζεις ότι αυτό που έκανες θα το αφήσω έτσι. Δε τελειώσαμε ακόμα.
- να σου πω όρεξη για τσακωμό έχεις; Παράτα με;
Πήγε το κινητό από τα χέρια μου και το έκλεισε.
- τι κάνεις πας καλά;
- γιατί; Μη στεναχωρήσουμε το γκόμενο;
- φέρε μου το κινητό μου!
Είπα και έκανα μύτες να το φτάσω ενώ δε με άφηνε με τίποτα.
- τελείωνε!
- ανάγκασε με.
Του έδωσα μια γονατιά στα γενετικά όργανα με αποτέλεσμα να πονέσει και να σκύψει. Χωρίς να χάσω ευκαιρία πήρα το κινητό από τα χέρια του και έστειλα μήνυμα στο Πάνο “σορι ένα μαλακισμένο μου πήρε το κινητό”
- πας καλά κοπέλα μου; Εγώ σε χτύπησα;
- να μάθεις να μου πέρνεις τα πράγματά μου άλλη φορά.
- εμένα δε με χτυπάς το κατάλαβες;
- άμα δε θες να σε χτυπάω μην έρχεσαι σε εμένα. Απλούστατο.
- ότι θέλω θα κάνω.
- άρα σου αρέσει να τρως ξύλο. Ωραία εγώ δεν έχω θέμα σε αυτό
- α ναι ε; Σου αρέσει να με χτυπάς;
- πάρα πολύ.
- ωραία. Καν’ το
- ποιο;
- χτύπαμε.
- ναι καλά.
- τι ναι καλά; Εσύ είπε ότι σου αρέσει. Περιμένω.
- φύγε. Φύγε δε θες να το κάνω.
- για αν σου το λέω θα θέλω να το κάνεις. Καν’ το. Εγώ εδώ θα είμαι. Θα περιμένω μέχρι να το κάνεις.
Έμεινα να τον κοιτάζω στα μάτια. Μιλούσε σοβαρά τώρα; Δε μπορούσα να το κάνω.
- περιμένω.
- αν το κάνω θα πας και θα το πεις στον αδερφό μου, ότι σε βάρεσα.
Γέλασε.
- ναι θα το πω και στη μαμά μου.
Είπε και σταμάτησε να γελάει απότομα.
- καν’ το. Τελείωνε… εκτός… και αν δε μπορείς.
- δε μπορώ;
Είπα ενώ μέσα μου έβραζα με αυτό που είπε. Χωρίς να το σκεφτώ του έδωσα μια δυνατή μπουνιά στο κόκαλο κάτω από το μάτι. Δε το περίμενε.
- να που νομίζεις ότι δε μπορώ.
Είπα και γύρισα τη πλάτη προς το κρεβάτι.
- φεύγεις τώρα;
Είπα δείχνοντας τη πόρτα έχοντας γυρίσει τη πλάτη μυ σε εκείνο. Γαμώτο… πρέπει να πόνεσε... δεν ήθελα να τον πονέσω… χαμογέλασε τον ένοιωθα. Το κατάλαβε ότι δε μπορούσα να το κάνω.
- είσαι καλή… που τα έμαθες εσύ αυτά; Ο Νίκος στα έδειξε;
Γέλασα.
- ο Νίκος δε θα με μάθαινε ποτέ να δίνω ξύλο.
- τότε;
- τίποτα. Δε σε αφορά. Πηγαίνεις τώρα;
Βγήκε από το δωμάτιο και έκλεισε τη πόρτα. Μόλις σιγουρεύτηκα ότι δεν ήταν πουθενά ξέσπασα σε κλάματα. “Γαμώτο… δεν ήθελα να του το κάνω αυτό… γιατί το έκανα; Γιατί αντέδρασα έτσι;”
